ευαλλοίωτος

-η, -ο (ΑΜ εὐαλλοίωτος, -ον)
αυτός που υφίσταται εύκολα αλλοίωση, μεταβολή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + αλλοιωτός (< αλλοιώ)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐαλλοίωτος — easily changed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐαλλοιωτότερον — εὐαλλοίωτος easily changed adverbial comp εὐαλλοίωτος easily changed masc acc comp sg εὐαλλοίωτος easily changed neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐαλλοίωτον — εὐαλλοίωτος easily changed masc/fem acc sg εὐαλλοίωτος easily changed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐαλλοίωτα — εὐαλλοίωτος easily changed neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐαλλοίωτοι — εὐαλλοίωτος easily changed masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.